RSS Feed

Tag Archives: το Εγω αναθεμα το κοσμασερ

ΜΟΝΟΝ ΤΟ ¨ΕΓΩ¨ΚΟΛΑΖΕΤΑΙ…ΑΝΑΘΕΜΑ ΤΟ..

alt
 
 
 
 
 
alt
 
 
 
Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει να φτάσεις στην κορφή της σκάλας, φάνηκε Η πόρτα της Παράδεισος. Μα θ’ ανοίξει η πόρτα αυτή να μπεις; Θ’ ανοίξει; είσαι σίγουρος; Δύο δάκρυα κύλησαν από τις κόχες των ματιών του. Αναστέναξε. Και σε λίγο:– Είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού. Αυτή νικάει και συχωρνάει τις αμαρτίες του ανθρώπουΚι εγώ είμαι σίγουρος για την καλοσύνη του Θεού.Αυτή λοιπόν μπορεί να συχωρέσει.και την αυθάδεια της νιότης..- Αλοίμονο να κρεμόμαστε μονάχα από την καλοσύνη του Θεού.Η κακία τότε κι η αρετή θα μπαίναν αγκαλιασμένες στην Παράδεισο.- Δεν είναι, θαρρείς, γέροντά μου, καλοσύνη του Θεού τόσο μεγάλη;.Κι ως το πα, άστραψε στο νου μου ο ανόσιος, μπορεί, μα,ποιος ξέρει, μπορεί ο τρισάγιος στοχασμός,πώς θα ρθει καιρός της τέλειας λύτρωσης, της τέλειας φίλιωσης,θα σβήσουν οι φωτιές της Κόλασης, κι ο Ασωτος Υιός, ο Σατανάς, θ’ ανέβει στον ουρανό, θα φιλήσει το χέρι του Πατέρα και δάκρυα θα κυλήσουν από τα μάτια του:  «Ήμαρτον!» θα φωνάξει, κι ο Πατέρας θ’ ανοίξει την αγκάλη του: «Καλώς ήρθες» θα του πει «καλώς ήρθες, γιε μου. Συχώρεσε με που σε τυράννησα τόσο πολύ!»Μα δεν τόλμησα να ξεστομίσω το στοχασμό μου.Πήρα ένα πλάγιο μονοπάτι να του το πω.- Έχω ακουστά, γέροντά μου, πώς ένας άγιος, δε θυμάμαι τώρα ποιός,δεν μπορούσε να βρει ανάπαψη στην Παράδεισο.Ακουσε ο Θεός τους στεναγμούς του, τον κάλεσε.«Τί έχεις κι αναστενάζεις;» τον ρώτησε.«Δεν είσαι ευτυχής;Πώς να μαι ευτυχής, Κύριε;» του αποκρίθηκε ο άγιος. Στη μέση μέση της Παράδεισος ένα σιντριβάνι και κλαίει.Τί συντριβάνι;Τα δάκρυα των κολασμένων.Ο ασκητής έκαμε το σημάδι του σταυρού, τα χέρια του έτρεμαν ….
– Ποιος είσαι; έκαμε με φωνή ξεψυχισμένη Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά Έκαμε πάλι το σταυρό του τρεις φορές,έφτυσε στον αέρα:..– Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, ξανάπε …κι η φωνή του τώρα είχε στερεώσει.Αγγιξα το γόνατό του που γυάλιζε γυμνό στο μεσόφωτο. , Το χέρι μου πάγωσε.
– Γέροντά μου, του κάνω,δεν ήρθα εδώ να σε πειράξω,δεν είμαι ο Πειρασμός. Είμαι ένας νέος που θέλει να πιστέψει απλοϊκά, χωρίς να ρωτάει, όπως πίστευε ο παππούς μου ο χωριάτης θέλω, μα δεν μπορώ.
– Αλίμονο σου, αλίμονο σου, δυστυχισμένε.Το μυαλό θα σε φάει, το εγώ θα σε φάει.
 
 
 
 
 
 

alt

Ο αρχάγγελος Εωσφόρος,που εσύ υπερασπίζεσαι και θες να τον σώσεις,ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στην Κόλαση;

Όταν στράφηκε στο Θεό κι είπε Εγώ. Ναι ναι, άκου, νεαρέ,και βάλ’ το καλά στo νου σου.- Ένα μονάχα πράμα κολάζεται στην Κόλαση, το εγώ.

Το εγώ, ανάθεμά το..

– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε ο άνθρωπος από το ζώο, μην το κακολογάς, πάτερ Μακάριε.

 
 
 
alt
 
 
 
 
– Με το εγώ αυτό ξεχώρισε …από το Θεό.Πρώτα όλα ήταν ένα με το Θεό, ευτυχισμένα στον κόρφο του.Δεν υπήρχε εγώ και συ κι εκείνος δεν υπήρχε δικό σου και δικό μου, δεν υπήρχαν δυό, υπήρχε ένα.Το Ένα, ο Ένας.Αυτός είναι ο Παράδεισος που ακούς, κανένας άλλος.Από κει ξεκινήσαμε, αυτόν θυμάται και λαχταρίζει η ψυχή να γυρίσει. 
Βλογημένος ο θάνατος..τί ναι ο θάνατος, θαρρείς;

alt

Ένα ¨μουλάρι¨, το καβαλικεύουμε και πάμε.Μιλούσε, κι όσο μιλούσε το πρόσωπό του φωτίζουνταν.Γλυκό ευτυχισμένο χαμόγελο ξεχύνουνταν από τα χείλια του κι έπιανε όλο του το πρόσωπο.Ένιωθες βυθίζουνταν στην Παράδεισο., 

– Γιατί χαμογελάς, γέροντά μου;– Είναι να μη χαμογελώ; μου αποκρίθηκε,είμαι ευτυχής, παιδί μου.Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γροικώ τα πέταλα του μουλαριού, γροικώ το Χάρο να ζυγώνει.
 
 
 
alt
 
 
 
 
 
Είχα σκαρφαλώσει τα βράχια για να ξομολογηθώ στον άγριο τούτον απαρνητή της ζωής. Μα είδα ήταν ακόμα πολύ ενωρίς.Η ζωή μέσα μου δεν είχε ξεθυμάνει. αγαπούσα πολύ τον ορατό κόσμο … έλαμπε o Εωσφόρος στο μυαλό μουδεν είχε αφανιστεί μέσα στην τυφλωτική λάμψη του Θεού.Αργότερα, συλλογίστηκα, σα γεράσω,σαν ξεθυμάνω, σαν ξεθυμάνει. μέσα μου κι o Εωσφόρος.Σκώθηκα. Ασκωσε ο γέροντας το κεφάλι..– Φεύγεις; έκαμε άε στο καλό. Ο Θεός μαζί σου..Και σε λίγο, περιπαιχτικά:- Χαιρετίσματα στον κόσμο..
– Χαιρετίσματα στον ουρανό, αντιμίλησα..Και πες στο Θεό, δε φταίμε εμείς,φταίει Aυτός …που έκαμε τον κόσμο τόσο ωραίο.. .
 
 

 

alt

Κανεις δεν ξέρει αν τελειώνοντας το Ταξιδι, ο κυρ Νίκος ¨μας¨ μετάνοιωσε..Κανείς δεν ξέρει αν περνοδιαβάζει την Παράδεισο που συνεχώς; αναλογίζονταν..Κανείς δεν ξέρει αν νίκησε τον πειρασμό, π’ αρέσκονταν να προκαλεί.Μόνον ο Χριστός γνωρίζει, κι  ίσως τα σπλάγχνα της φιλανθρωπίας Του, σχωρεσαν τον κυρ Νικο μας,κι έτσι τώρα προσεύχεται σε κάποια γωνιά.του Αδη παρέα με τον μακαριστό Μακάριο τον Σπηλαιώτη.. .περιμένοντας την ώρα που όλοι μας ζώντες και νεκροί θα μπούμε στον Παράδεισο.Γιατί όλοι θα μπούμε στο Παράδεισο..άλλοι με χαρά κι άλλοι με τρόμο ...Γι άλλους θάναι φώς …και γι άλλους φωτιά …..(γιατί κόλαση δεν υπάρχει στα σπλάγχνα του Θεού..) Αυτή τη κάνουμε μόνοι μας..μεσα μας..και τη στήνουμε μπρός μας..και τη βιώνουμε, γιατί δεν θέλουμε να απαλλαγούμε απ αυτήν, γιατί την αγαπάμε, όπως αγαπάμε τα πάθη μας..φανατικά..μεχρι τέλους …χωρίς μετάνοια …Χαιρετε

 

alt