RSS Feed

Ο ΚΑΛΟΤΥΧΟΣ..Ο ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΒΛΟΓΗΜΕΝΟΣ..

Σημερα το πρωϊ μιλωντας μ εναν καλο μου φίλο, για τα 27  χρονια απ την κοιμηση του ¨ρωμηου¨Μποστ, μου θύμισε πόσο πολύ μοιαζανε αυτος κι ο κυρ Φωτης.Δεδομενου του φαυλου κυκλου της τραγικοτητας της σημερινης ¨εικονικης¨πραγματικοτητας, ειπα να θυμηθω ένα απ πιο χαρακτηριστικα μυθευματα του φωτη κοντογλου…τον Γιαννη τον βλογημενο…Αξιζει να δακρυσετε λιγο, διαβαζοντας το (στο αυθεντικο πολυτονικο…. )

 

Τ βλογημένο μαντρί ή Γιάννης ο Βλογημένος Φώτη Κόντογλου,

 

Η ιστορία του διηγήματος του Φώτη Κόντογλου Το βλογημένο μαντρί, διαδραματίζεται μία κρύα νύχτα με χιονιά, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Είναι μία ιστορία-ύμνος για την αγάπη  που ζεσταίνει τις καρδιές των απλών φτωχών ανθρώπων. «Κάθε χρόνο γιος Βασίλης τς παραμονς τς Πρωτοχρονις γυρίζει π χώρα σ χώρα κι π χωρι σ χωριό,  κα χτυπ τς πόρτες.. γι ν δε ποις θ τν δεχτε μ καθαρ καρδιά.

Μία χρονι λοιπόν, πρε τ ραβδί του κα τράβηξε. τανε σν καλόγερος σκητής, ντυμένος μ κάτι μπαλωμένα παλιοράσα, μ χοντροπάπουτσα στ ποδάρια του καὶ μ᾿ να ταγάρι περασμένο στν μο του. Γι᾿ ατ τν παίρνανε γι διακονιάρη κα δν τ᾿ νοίγανε τν πόρτα.

γιος Βασίλης φευγε λυπημένος, γιατ βλεπε τν πονι τν νθρώπων κα συλλογιζότανε τος φτωχος πο διακονεύουνε,  πειδς χουνε νάγκη, μ᾿ λο πο ατς διος δν εχε νάγκη π κανέναν, κι οτε πεινοσε, οτε κρύωνε.φο βολόδειρε π δ κι π κε, κι φο πέρασε π χρες πολλς κι π χιλιάδες χωρι κα πολιτεες, φταξε στ λληνικ τ μέρη, πού ναι φτωχς κόσμος. π᾿ λα τ χωρι πρόκρινε τ πι φτωχά, κα τράβηξε κατ κε, νάμεσα στ ξερ βουν πο βρισκόντανε κάτι καλύβια,

πεινασμένη λεμπεσουριά.Περπατοσε νύχτα κι χιονις βογκοσε, πλάση τανε πολ γρια. Ψυχ ζωνταν δν κουγότανε, ξν π κανένα τσακάλι πο γάβγιζε.φο περπάτηξε κάμποσο, βρέθηκε σ᾿ να πάγκιο πο κοβε γέρας πό να μικρ βουνό, κι εδε να μαντρὶ κολλημένο στ βράχια. νοιξε τν αλόπορτα πο τανε καμωμένηπ γρια ρουπάκια(3) κα μπκε στ μάντρα. Τ σκυλι ξυπνήσανε κα πιάσανε κα γαβγίζανε. Πέσανε πάνω του ν τν σκίσουνε· μά, σν πήγανε κοντά του, σκύψανε τ κεφάλια τους κα σερνόντανε στ ποδάρια του, γλείφανε

τ χοντροπάπουτσά του, γρούζανε φοβισμένα κα κουνούσανε παρακαλεστικ τς ορές τους.

γιος σίμωσε στ καλύβι το τσομπάνου κα χτύπησε τν πόρτα μ τ ραβδί του κα φώναξε:«λεστε με, χριστιανοί, γι τς ψυχς τν ποθαμένων σας! Κι Χριστς μς διακόνεψε σν ρθε σ τοτον τν κόσμο!». πόρτα νοιξε κα βγκε νας τσομπάνης,παλικάρι ς εκοσιπέντε χρον,μ μαρα γένια· κα δίχως ν δεκαλ καλ ποις χτυποσε τν πόρτα,επε στ γέροντα:«Πέρασε μέσα στ᾿ ρχοντικό μας ν ζεσταθες! Καλ μέρα κα καλ χρονιά!».Ατς τσομπάνης τανε Γιάννης Μπάικας, πο τν λέγανε Γιάννη Βλογημένον, νθρωπος θος σν τ πρόβατα πο βόσκαγε,

γράμματος λότελα.Μέσα στν καλύβα φεγγε μ λιγοστ φςνα λυχνάρι. Γιάννης, σν εδε στ φς πς μουσαφίρης τανε γέροντας καλόγερος,πρε τ χέρι του κα τ᾿ νασπάστηκεκα τό βαλε πάνω στ κεφάλι του. στερα φώναξε κα τ γυναίκα του, ς εκοσι χρον κοπελούδα, πο κουνοσε τ μωρό τους μέσα στν κούνια. Κι κείνη πγε ταπειν κα φίλησε τ χέρι το γέροντα, κι επε:«Κόπιασε, παππο, ν ξεκουραστες». γιος Βασίλης στάθηκε στν πόρτα κα βλόγησε τ καλύβι κι επε:

«Βλογημένοι νά σαστε, τέκνα μου, κι λο τ σπιτικό σας! Τ πρόβατά σας ν πληθαίνουν ς το Ἰὼβ μετ τν πληγν κα ς το βραμ κα ς το Λάβαν! ερήνη το Κυρίου μν ησο Χριστο ν εναι μαζί σας!».

Γιάννης βαλε ξύλα στ τζάκι κα ξελόχισε  φωτιά. γιος πίθωσε σ μία γωνι τ ταγάρι του,στερα βγαλε τ μπαλωμένο τ ράσο του κι πόμεινε μ τ ζωστικό του. Τν βάλανε κι κατσε κοντ στ φωτιά, κι γυναίκα το βαλε κα μία μαξιλάρα ν᾿ κουμπήσει. γιος Βασίλης γύρισε κι εδε γύρω τουκα ξανάπε μέσα στ στόμα του:

«Βλογημένο νά ναι τοτο τ καλύβι!».

Γιάννης μπαινόβγαινε, γι ν φέρειτό να κα τ᾿ λλο. γυναίκα του μαγείρευε. Γιάννης ξανάριξε ξύλα στ φωτιά.Μονομις φεγγοβόλησε τ καλύβι μ μίαν λλιώτικη λάμψη κα φάνηκε σν παλάτι. Τ δοκάρια σν νά τανε μαλαμοκαπνισμένα,κι ο πυτις πο τανε κρεμασμένεςσν ν γινήκανε χρυσ καντήλια, κα τ τυροβόλια κι ο καρδάρες κα τ᾿ λλα τ σύνεργα πο τυροκομοσε Γιάννης, λς κι τανε διαμαντοκολλημένα. Κα τ ξύλα πο καιγόντανε στ φωτιὰ εωδιάζανε σν μοσκολίβανο κα δν τρίζανε,πως τρίζανε τ ξύλα τς φωτις, παρ ψέλνανε σν τος γγέλους πού ναι στν Παράδεισο. Γιάννης τανε καλς νθρωπος, πως τν φτιαξε Θεός.Φτωχς τανε, εχε λιγοστ πρόβατα, μ πλούσια καρδιά:  «Τ πτωχεί τ πλούσια!». τανε ατς καλός, μ εχε κα καλ γυναίκα. Κι ποιος τύχαινε ν χτυπήσει τν πόρτα τους, τρωγε κι πινε κα κοιμότανε. Κι ν τανε κα πικραμένος, βρισκε παρηγοριά.Γι᾿ ατ κι γιος Βασίληςκόνεψε στ καλύβι τους, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, παραμον τς χάρης του, κι δωσε τν ελογία του.

Κείνη τ νύχτα τν περιμένανε λες ο πολιτεες κα τ χωρι τς οκουμένης, ρχόντοι, δεσποτάδες κι πίσημοι νθρώποι, πλν κενος δν πγε σ κανέναν τέτοιον νθρωπο, παρ πγε στ μαντρ το Γιάννη το Βλογημένου.

Σν βολέψανε τ πρόβατα,μπκε μέσα Γιάννης κα λέγει στ γέροντα:«Γέροντα, μεγάλη χαρ χω πόψε πο ρθες, ν᾿ κούσουμε κι μες κανένα γράμμα, γιατ δν χουμε κκλησία κοντά μας,μήτε κν ημοκλήσι. γ γαπ πολτ γράμματα τς θρησκείας μας,  κι ς μν τκαταλαβαίνω, γιατ εμαι ξύλο πελέκητο.

Μία  μς ρθε νας γέροντας γιονορίτης κα μς φησε τούτη τν γιωτικ φυλλάδα, κι ν λάχει ν περάσει κανένας γραμματιζούμενος καμι φορά, τν βάζω κα τ διαβάζει. γ λα λα τ γράμματα πο ξέρω εναι τρία λόγια πο τά λεγε νας γραμματιζούμενος,πο βγαζε λόγο στ χωριό, δυ ρες π δ,κι π τς πολλς φορς πο τά λεγε, τυπωθήκανε στ θύμησή μου. Ατς γραμματικς λεγε κα ξανάλεγε: Σκώνιτι ο μήτηρ του κι τον νισπάζιτι κι το λέγ᾿:Τέκνου μου! Τέκνου μου!᾿.Ατ τ γράμματα ξέρω…».

τανε μεσάνυχτα. γέρας βογγοσε. γιος Βασίλης σηκώθηκε πάνου κα στάθηκε γυρισμένος κατ τν νατολκι κανε τ σταυρό του τρες φορές. στερα σκυψε κα πρε π τ ταγάρι του μία φυλλάδα κι επε:«Ελογητς Θες μν πάντοτε, νν κα εκα ες τος αἰῶνας τν αώνων!». Γιάννης πγε κα στάθηκε π πίσω του κα σταύρωσε τ χέρια του. γυναίκα του βύζαξε τ μωρκα πγε κι κείνη κα στάθηκε κοντ στν ντρα της.

Κι γέροντας επε τ «Θες Κύριος»  κα τ᾿ πολυτίκιο τς Περιτομς

«Μορφν ναλλοιώτως νθρωπίνην προσέλαβες», χωρς ν πε κα τ δικό του τ᾿ πολυτίκιο, πο λέγει :«Ες πσαν τν γν ξλθεν φθόγγος σου».ψελνε γλυκ κα ταπεινά, κι Γιάννης κι Γιάνναινα τν κούγανε μ κατάνυξη κα κάνανε τ σταυρό τους. Κι επε γιος Βασίλης τν ρθρο κα τν κανόνα τς ορτς «Δετε λαοί, σωμεν», χωρς ν πε τ δικό του κανόνα «Σο τν φωνν δει παρεναι, Βασίλειε».Κι στερα επε λη τ λειτουργία κι κανε πόλυση.Καθίσανε στ τραπέζι κα φάγανε,  γιος Βασίλειος Μέγας, Γιάννης Βλογημένος, γυναίκα του κι μπάρμπα – Μάρκος Βουβός,πο τν εχε συμμαζέψει Γιάννης κα τν βοηθοσε.Καί, σν ποφάγανε, φερε γυναίκατ βασιλόπιτα κα τν βαλε πάνω στ σοφρ.Κι γιος Βασίλης πρε τ μαχαίρικα σταύρωσε τ βασιλόπιτα κι επε:«Ες τ νομα το Πατρς κα το Υοκα το γίου Πνεύματος!».Κι κοψε τ πρτο τ κομμάτι κι επε: «το Χριστο», κοψε τ δεύτερο κι επε: «τς Παναγίας», κι στερα κοψε τ τρίτοκα δν επε: «το γίου Βασιλείου», λλ επε: «το νοικοκύρη το Γιάννη το Βλογημένου!».Πετάγεται Γιάννης κα το λέγει:

«Γέροντα, ξέχασες τν η-Βασίλη!».

Το λέγει γιος:«λήθεια, τν ξέχασα!».Κι κοψε να κομμάτι κι επε:«Το δούλου το Θεο Βασιλείου!».

στερα κοψε πολλ κομμάτια, κα σ κάθε να πο κοβε λεγε:«τς νοικοκυρς», «το μωρο», «το δούλου το Θεο Μάρκου το μογιλάλου(6)», «το σπιτιο», «τν ζωντανν», «τν φτωχν».

Λέγει πάλι Γιάννης στν γιο:«Γέροντα, γιατί δν κοψες γι τν γιοσύνη σου;».Το λέγει γιος:«κοψα, ελογημένε!».Μ Γιάννης δν κατάλαβε τίποτα, καλότυχος!στρωσε γυναίκα, γι ν κοιμηθονε. Σηκωθήκανε ν κάνουνε τν προσευχή τους. γιος Βασίλης νοιξε τς παλάμες του κι επε τν δική του τν εχή, πο τ λέγει παπς στ λειτουργία:«Κύριος Θεός μου, οδα τι οκ εμι ξιος, οδ κανός, να π τν στέγην εσέλθς το οκου τς ψυχς μου…».

Σν τελείωσε τν εχ κι τοιμαζόντανε ν πλαγιάσουνε, το λέγει Γιάννης :«σύ, γέροντα, πο ξέρεις τ γράμματα, πές μας σ ποι παλάτια ραγες πγε πόψε η-Βασίλης; Ο ρχόντοι κι ο βασιλιάδες τί μαρτίες μπορε νά χουνε; μες ο φτωχο εμαστεν μαρτωλο κα κακορίζικοι,πειδς φτώχεια μς κάνει ν κολαζόμαστε!».

γιος Βασίλης ..δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι πάνω, πλωσε τς παλάμες του κα ξαναεπε τν εχ λλιώτικα:

«Κύριε Θεός μου, οδας τι δολος ωάννης πλος, ξιός στιν κα κανός, να π τν στέγην ατο εσέλθς, τι νήπιος πάρχει, κα τν τοιούτων στν βασιλεία τν ορανν…».

Κα πάλι δν κατάλαβε τίποτα Γιάννης καλότυχος, Γιάννης Βλογημένος.»

Εσεις;

 

 

Advertisements

About kosmaser

Η ασθένεια είναι ο..κανόνας ! Η υγεία η εξαίρεση ! Η θεραπεία άθλος..και η ίαση ο τελικός μας σκοπός..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: