RSS Feed

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΜΕ ΤΑ¨ΜΑΤΙΑ¨ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ..

 

Ο π.Πα­ΐ­σι­ος ­ταν ­γι­ος, Πέ­ρα ­πό ­σα ­κα­νε Καί ­λε­γε.

Πολλές φορές, ταν τόν συναντοσα, ρκούμουν στό νά τόν βλέπω,

νά τόν ασθάνομαι καί νά τόν φήνω νά κφράζεται λεύθερα.

Γνώρισα ναν ελογημένο νθρωπο, ναν διάφανο νθρωπο, ναν νθρωπο το Θεο.

Ασθάνθηκα τήν ποιότητα τς πνευματικς ζως πού κφράζεται ς πνευματική νέργεια και πνευματική σχέση.

πρώ­τη μ­με­ση γνω­ρι­μί­α μου μέ τόν π. Πα­ΐ­σι­ο ­γι­νε τό 1974,

­ταν ­πι­σκέ­φθη­κα τό Κελ­λί του, τόν Τί­μι­ο Σταυ­ρό, κο­ντά στήν ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα καί λ­θα σέ ­πα­φή

μέ Τήν Πα­ρου­σί­α Τς ­που­σί­ας Του..

­ταν ­πι­σκε­φθή­κα­με τό Κελ­λί, τό βρή­κα­με κλει­στό.

­ξω ­πό τήν πόρ­τα το φρά­κτη ε­δα­με τήν γνω­στή ­πι­γρα­φή μέ τήν ­ποί­α μς προ­έ­τρε­πε νά γρά­ψου­με τά ­νό­μα­τά μας

Καί θά προ­σευ­χό­ταν γι­ά μς καί θά μς ­φε­λο­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ­πό ,τι μέ τίς «πο­λυ­λο­γί­ες» του,

­πο­λαύ­σα­με τό λου­κού­μι πού μς ε­χε ­φή­σει, καί κυ­ρί­ως γι­ά ρα πο­λύ συ­ζη­τή­σα­με

πά­νω σέ μι­ά φρά­ση πού ­ταν γραμ­μέ­νη μέ κι­μω­λί­α σέ ­να βρα­χά­κι. ­γρα­φε πε­ρί­που τά ­ξς:

Μέ συγ­χω­ρε­τε πού ­που­σι­ά­ζω, λ­λ’ ­πά­γω ­να ­με­ρέ­ψω καί ­στε­ρα νά ­πι­στρέ­ψω στόνΖω­ο­λο­γι­κό Μου Κ­πο.

Κα­τα­λή­ξα­με μέ τήν συ­ζή­τη­ση ­τι ν­νο­ο­σε ­τι Ο Πε­ρισ­σό­τε­ροι Πού Τόν ­πι­σκέ­πτο­νταν

Τό ­κα­ναν ­πό Πε­ρι­έρ­γει­α, ­πως Τό Κά­νουν Ο ­πι­σκέ­πτες ­νός Ζω­ο­λο­γι­κο Κή­που.

Πι­θα­νόν νά ­πρ­χε καί ν­νοι­α τς α­το­μεμ­ψί­ας, πού ε­ναι με­γά­λη ­ρε­τή τν ­γί­ων.

­π’ ­λο τό προ­σκύ­νη­μά μας στό ­γι­ον ­ρος, α­τό μς ­κα­νε ­δι­αί­τε­ρη ­ντύ­πω­ση.

Δέν ν­θυ­μο­μαι πολ­λές ­πό τίς συμ­βου­λές του. λ­λά μο ­κα­νε ­ντύ­πω­ση:

­λα­ρό­τη­τα τς μορ­φς του, Πρα­ό­τη­τά Του, Τα­πεί­νω­σή Του..

Δέν Μς Κοι­το­σε Στά Μά­τι­α– Καί ­γά­πη Του Γι­ά Τούς ν­θρώ­πους.

­νας λό­γος μο ­μει­νε ­δι­αι­τέ­ρως στήν μνή­μη μου.

Σχο­λί­α­ζε ­ναν ε­λι­κρι­ν, λ­λά σκλη­ρό λό­γο πού ε­χε π σέ κά­ποι­α γυ­ναί­κα Πε­ντζί­κης. ­λε­γε:

ε­λο­γη­μέ­νος δέν γνώ­ρι­ζε ­τι ­να κομ­μά­τι χρυ­σό ­χει πο­λύ με­γά­λη ­ξί­α,

λ­λά Μέ Α­τό Σκο­τώ­νου­με ν­θρω­πο.­ν τό βαμ­βά­κι δέν ­χει ­ξί­α, λ­λά Κα­θα­ρί­ζει τίς πλη­γές.

ν­νο­ο­σε ­τι δέν φθά­νει νά λέ­με λό­γους ­λη­θι­νούς καί ε­λι­κρι­νες, λ­λά Καί Τρό­πος Το ­λέγ­χου Πρέ­πει Νά Ε­ναι Κα­τάλ­λη­λος.

Σέ μι­ά λ­λη ­πί­σκε­ψή μου στό ­γι­ον ­ρος τόν συ­νά­ντη­σα στήν ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα.

Ε­χαν κτυ­πή­σει ο κα­μπά­νες γι­ά τήν ­γρυ­πνί­α. Κα­τέ­βαι­να ­πό τό κελ­λί μου,

­πό τίς ­σω­τε­ρι­κές σκά­λες τς Μο­νς καί πή­γαι­να στό Κα­θο­λι­κό.

Συ­νά­ντη­σα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο πού καί ­κε­νος πή­γαι­νε στήν κ­κλη­σί­α γι­ά τήν ­γρυ­πνί­α.

­ν βα­δί­ζα­με στούς δι­α­δρό­μους τς Μο­νς, ­πρ­χε μι­ά λά­μπα πε­τρε­λαί­ου ­ποί­α φώ­τι­ζε πο­λύ.

π. Πα­ΐ­σι­ος ε­πε: Νά τήν τα­πει­νώ­σου­με λί­γο, καί κα­τέ­βα­σε τό φυ­τί­λι.

Μο ­κα­νε ­ντύ­πω­ση καί φρά­ση καί τό ­θος τς φρά­σε­ως.

­δει­χνε ν­θρω­πο τα­πει­νό.

Στήν ­γρυ­πνί­α α­τή κα­τά τήν ­ορ­τή τν ­γί­ων ­πο­στό­λων Πέ­τρου καί Παύ­λου ­γι­νε καί κου­ρά ­νός μο­να­χο.

­βλε­πα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο νά κά­θε­ται στό στα­σί­δι του τα­πει­νά καί ε­λα­βι­κά, προ­σευ­χό­με­νος ­λη τήν νύ­κτα.

Θά μο μεί­νη ­ξέ­χα­στη σκη­νή πού τόν πα­ρε­κά­λε­σαν νά ψά­λη τόν ψαλ­μό

«­ξο­μο­λο­γε­σθε τ Κυ­ρί­…» (Ψαλμ. ρλε΄).

­κό­μη ­χε στ’ α­τι­ά μου τρό­πος τς ψαλ­μω­δί­ας, σέ ­χο τέ­ταρ­το,

­πως τόν ­ψα­λαν στά Φά­ρα­σα, μέ τήν λε­πτή καί κα­τα­νυ­κτι­κή φω­νή του,

μι­ά φω­νή πού δέν ­βγαι­νε ­πό τό στό­μα του, λ­λά ­πό τήν καρ­δι­ά του.

­δι­αι­τέ­ρως τό­τε μι­ά ­πό­λυ­τη σι­ω­πή καί κα­τα­νυ­κτι­κή ­τμό­σφαι­ρα ­πε­κρά­τη­σε στό Κα­θο­λι­κό τς ­ε­ρς Μο­νς.

Κά­ποι­α φο­ρά τόν ­πι­σκέ­φθη­κα στό Κελ­λί το Τι­μί­ου Σταυ­ρο καί τόν βρ­κα νά ­τοι­μά­ζε­ται

γι­ά νά ­πι­σκε­φθ τήν ­ε­ρά Μο­νή Σταυ­ρο­νι­κή­τα γι­ά ­γρυ­πνί­α.

Μέ π­ρε μα­ζί του καί στό δρό­μο κου­βε­ντι­ά­ζα­με γι­ά δι­ά­φο­ρα θέ­μα­τα πνευ­μα­τι­κς ζω­ς.

Τόν ρώ­τη­σα γι­ά τήν σχέ­ση πού ­πάρ­χει Με­τα­ξυ Θε­ο Και Κτι­σε­ως.

­φο μο ε­πε με­ρι­κά πράγ­μα­τα, π­γε στήν ­κρη το μο­νο­πα­τι­ο,

­πι­α­σε μέ τό χέ­ρι του τρυ­φε­ρά καί μα­λα­κά ­να πρά­σι­νο φύλ­λο ­πό ­να φυ­τό

καί χω­ρίς νά τό κό­ψη ­σκυ­ψε καί τό ­σπά­στη­κε. Μο ε­πε:

«­σπα­ζό­μα­στε τό ρά­σο το ­γί­ου Νε­κτα­ρί­ου πού ­ν­κε στόν ­γι­ο 

καί ­χει..­νέρ­γει­α ­πό α­τόν.

Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πρέ­πει νά ­σπα­ζό­μα­στε τά φυλ­λα­ρά­κι­α καί τήν κτί­ση πού μέ­σα της ­χει τήν

­νέρ­γει­α το Θε­ο».

Μέ ­ναν ­πλό τρό­πο μο ­δει­ξε τήν θε­ο­λο­γί­α «Τν Λό­γων Τν ­ντων»,

Τς Ο­σι­ο­ποι­ο Καί Ζω­ο­ποι­ο ­νερ­γεί­ας Το Θε­ο Πού ­πάρ­χει Σέ ­λη Τήν Κτί­ση.

Σέ δύ­σκο­λες πε­ρι­ό­δους τς ζω­ς μου πά­ντο­τε ­πι­σκε­πτό­μουν τόν π. Πα­ΐ­σι­ο

γι­ά νά ζη­τή­σω τίς φω­τι­σμέ­νες συμ­βου­λές του.

Στό θέ­μα α­τό μέ πα­ρό­τρυ­νε καί ­εί­μνη­στος Γέ­ρο­ντάς μου

Μη­τρο­πο­λί­της ­δέσ­σης, Πέλ­λης καί λ­μω­πί­ας κυ­ρός Καλ­λί­νι­κος.

«Πή­γαι­νε, παι­δί μου, στόν π. Πα­ΐ­σι­ο γι­ά σο π καί ­κε­νος τήν ­πο­ψή του», μο ­λε­γε.

Καί ­ταν ­πέ­στρε­φα ­πό τό ­γι­ον ­ρος μέ ρω­το­σε Γι­ά Νά Βο­η­θη­θ καί ­κε­νος.

Κά­ποι­α φο­ρά μο μι­λο­σε γι­ά τό ­τι δέν πρέ­πει νά κα­τα­κρί­νου­με τούς ν­θρώ­πους,

λ­λά νά τούς ­γα­πο­με.

Κά­ποι­α φο­ρά πού τόν ρώ­τη­σα πς πρέ­πει νά ζο­με στήν κ­κλη­σί­α,

μο ε­πε μέ ­πλό καί ­νε­πι­τή­δευ­το τρό­πο:

«Νά α­σθα­νό­μα­στε τούς ­γί­ους καί τούς γ­γέ­λους δί­πλα μας».

Καί στήν συ­νέ­χει­α ε­πε:«Πολ­λές φο­ρές βλέ­πω δί­πλα μου τόν γ­γε­λο φύ­λα­κά μου καί τόν φι­λά­ω».

Σε­βό­ταν τόν Γέ­ρο­ντά μου Μη­τρο­πο­λί­τη ­δέσ­σης Καλ­λί­νι­κο.

­ταν κά­ποι­α φο­ρά ­πι­σκέ­φθη­κα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο καί το ε­πα γι­ά τίς συ­κο­φα­ντί­ες

πού ­γρα­φαν ­να­ντί­ον του, ­μέ­σως ε­δα νά κυ­λον δά­κρυ­α ­πό τά μά­τι­α του καί μο ε­πε:

«­σοι ­δι­κο­νται ­γα­πι­ο­νται πο­λύ ­πό τόν Θε­ό. Α­τοί ε­ναι παι­δι­ά το Θε­ο.

­λοί­μο­νο ­μως γι­ά τούς πνευ­μα­τι­κούς ν­θρώ­πους,

ο ­πο­οι δέν λαμ­βά­νουν μέ­ρος καί δέν τόν ­πο­στη­ρί­ζουν.

Θά τό βρον μπρο­στά τους κα­τά τήν ­μέ­ρα τς Κρί­σε­ως».

­γα­πο­σε πο­λύ α­τούς πού ­συ­κο­φα­ντο­το καί ­δι­κο­ντο, λ­λά ­πέ­με­ναν τήν ­δι­κί­α.

Κά­πο­τε ­πι­σκέ­φθη­κα τόν π. Πα­ΐ­σι­ο μέ ­ναν Φοι­τη­τή Τς Θε­ο­λο­γί­ας πού βρι­σκό­ταν σέ μι­ά ­λι­κί­α κρί­σι­μη.

Τόν ρώ­τη­σε γι­ά τίς σπου­δές του.

φοι­τη­τής μέ ­φέ­λει­α το ε­πε γι­ά μι­ά ρ­γα­σί­α του σχε­τι­κά μέ τήν δη­μι­ουρ­γί­α το ν­θρώ­που.

Σέ κά­ποι­α στιγ­μή ε­πε στόν π. Πα­ΐ­σι­ο:

« Θε­ός κά­πο­τε δέν ­ξε­ρε τί νά κά­νη καί ­πλα­σε τόν ­δάμ καί τήν Ε­α,

γι­ά νά πε­ρά­ση τόν και­ρό Του».

Ε­δα ­στρα­πι­α­α τόν π. Πα­ΐ­σι­ο νά ση­κώ­νη τό χέ­ρι του καί νά το δί­δη ­να γε­ρό χα­στού­κι.

φοι­τη­τής τά χα­σε, ζα­λί­στη­κε, ­μει­νε γι­ά λί­γο μέ γουρ­λω­μέ­να τά μά­τι­α γι­ά νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­ση τί ­γι­νε,

καί με­τά ρ­χι­σε νά κλαί­η μέ ­να­φι­λη­τά σάν μι­κρό παι­δί.

π. Πα­ΐ­σι­ος τόν κοί­τα­ζε, δέν ­λε­γε τί­πο­τε Καί Τόν ­φη­σε Νά Κλά­ψη.

Με­τά ­πό πο­λύ κλά­μα το ε­πε:

«Ε­λο­γη­μέ­νε, τί ε­ναι α­τό πού ε­πες;

­λα μα­ζί μου». Τόν π­ρε ­πό τό χέ­ρι, ­πως μά­να τό μι­κρό παι­δί,

τόν π­γε στόν νι­πτή­ρα καί το ε­πε: «Πλύ­νε τό πρό­σω­πό σου».

­στε­ρα το ­δω­σε μι­ά πε­τσέ­τα γι­ά νά σκου­πί­ση τό πρό­σω­πό του ­πό τά δά­κρυ­α,

καί τόν ­φε­ρε στήν προηγούμε­νη θέ­ση, ­πό­τε καί ρ­χι­σε μέ ­λα­ρό­τη­τα, μέ τρυ­φε­ρό­τη­τα

καί μέ πολ­λή ­γά­πη νά το ­πο­δει­κνύ­η τό λά­θος του καί νά το λέ­γη ­τι

δέν πρέ­πει νά μι­λ­με μέ ­πρέ­πει­α γι­ά τόν Θε­ό καί τό ρ­γο Του

Ο συμ­βου­λές πού μο ­δω­σε μέ τήν προ­σω­πι­κή του ­πι­κοι­νω­νί­α ­ταν πο­λύ ση­μα­ντι­κές.

Στά γράμ­μα­τα τά ­πο­α το ­πέ­στει­λα δέν μο ­πα­ντο­σε, λ­λά καταλά­βαι­να τήν προ­σευ­χή του.

Γι­α­τί ­ταν μι­ά φο­ρά το ­πέ­στει­λα ­να γράμ­μα, μέ τό ­πο­ο το ζη­το­σα ­γω­νι­ω­δς τήν βο­ή­θει­ά του,

Χω­ρίς Νά Μο ­πα­ντή­ση Γραπτς, ­στε­ρα ­πό Με­ρι­κές ­μέ­ρες, λ­θε Λύ­τρω­ση ­πό Τήν Δύ­σκο­λη ­κεί­νη Κα­τά­στα­ση.

Τό­τε ­γι­ναν πολ­λά καί συ­ντα­ρα­κτι­κά, ­φυ­γα ­πό τήν ­δεσ­σα πρός τήν Λε­βα­δει­ά καί τήν ­θή­να

πο­λύ ξαφ­νι­κά καί ­πο­φα­σι­στι­κά, καί ρ­χι­σαν νά λύ­ω­νται ­λα τά θέ­μα­τα, ­πό­τε τό θε­ώ­ρη­σα ς μι­ά ­πά­ντη­ση τς προ­σευ­χς το Γέ­ρο­ντα.

ν­θυ­μο­μαι μέ συ­γκί­νη­ση ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα:

­πρε­πε ­πωσ­δή­πο­τε νά λά­βω τήν συμ­βου­λή του γι­ά ­να πο­λύ ση­μα­ντι­κό θέ­μα πού ­ντι­με­τώ­πι­ζα.

Π­γα στό κελ­λί του στήν Πα­να­γού­δα καί κτύ­πη­σα τό κα­μπα­νά­κι, πα­ρα­μέ­νο­ντας γι­ά μι­ά ­ρα σχε­δόν ­ξω ­πό τήν πόρ­τα το φρά­κτη.

λλά «οκ ν φω­νή οκ ν ­κρό­α­σις».

­ξε­ρα ­μως ­τι ­κε­νο τόν και­ρό Γέ­ρο­ντας ­φευ­γε τό πρω­ΐ ­πό τό κελ­λί του καί ­πέ­στρε­φε τό βρά­δυ.

­γρα­ψα, λοι­πόν, ­να ση­μεί­ω­μα, τό ­φη­σα στόν ε­δι­κό χ­ρο πού ­πρ­χε γι­ά τόν σκο­πό α­τό

καί τόν πλη­ρο­φο­ρο­σα ­τι θά τόν πισκεπτό­μουν τήν λ­λη ­μέ­ρα τό πρω­ΐ στίς 8 ­ρα.

Πράγ­μα­τι, τήν ­πο­μέ­νη ­μέ­ρα κα­τέ­βαι­να τό δρο­μά­κι ­πό τήν δι­α­σταύ­ρω­ση το δρό­μου Σταυ­ρο­νι­κή­τα – Κα­ρυ­ές πρός τήν Πα­να­γού­δα.

Σέ κά­ποι­α στιγ­μή, πρίν φθάσω στήν Παναγούδα, ­κου­σα ­πό τό βουναλάκι μι­ά φω­νή:

«­ε­ε! ­ε­ε! π. ­ε­ρό­θε­ε ­δ ε­μαι, ­λα ­πό τό δρο­μά­κι πού ε­ναι μπρο­στά σου καί θά μέ βρς».

Στήν ρ­χή δέν κα­τά­λα­βα ποι­ός μέ φώ­να­ζε, ­στε­ρα ­μως συνειδητο­ποί­η­σα ­τι ­ταν π. Πα­ΐ­σι­ος.

Π­ρα τό δρο­μά­κι καί νηφόρησα. ­κε­νος μέ ­βλε­πε καί μέ κα­θο­δη­γο­σε πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση πού ­πρε­πε νά πά­ρω.

­νε­βαί­νο­ντας ψη­λά τόν ε­δα νά κά­θε­ται σέ κά­ποι­ο ξέ­φω­το. Κά­θι­σα δί­πλα του, το ­νέ­φε­ρα τό πρό­βλη­μά μου,

γι­ά πο­λύ ­ρα μο ­δι­δε συμ­βου­λές καί λύ­σεις πολύ σημαντικές.

Α­τή ­ταν τε­λευ­ταί­α συ­νά­ντη­ση πού ε­χα μέ τόν π. Πα­ΐ­σι­ο καί ­ταν πο­λύ ο­σι­α­στι­κή.

Γε­νι­κά ­δι­νε ­πα­ντή­σεις φω­τι­σμέ­νες, χω­ρίς νά τίς ­πι­βά­λη σ’ α­τόν πού ρω­το­σε καί χω­ρίς νά ­ναι­ρ τίς συμ­βου­λές λ­λων Πνευματικν πα­τέ­ρων.

­πρό­κει­το γι­ά δι­ά­κρι­ση ­ψη­λν πνευ­μα­τι­κν προ­δι­α­γρα­φν.

Γε­νι­κά, μορ­φή το π. Πα­ϊ­σί­ου καί ­πι­κοι­νω­νί­α μα­ζί του, μα­ζί καί μέ μερι­κούς λ­λους θε­ου­μέ­νους

πού μέ ­ξί­ω­σε Θε­ός νά γνω­ρί­σω στήν ζω­ή μου, ­ταν καί ε­ναι μι­ά πο­λύ ση­μα­ντι­κή πα­ρου­σί­α στήν ζω­ή μου.

­ταν ­νας φω­τι­σμέ­νος ­πό τόν Θε­ό ν­θρω­πος,

­νας ­σκη­τής – ­να­χω­ρη­τής το 4ου α­­νος πού ­ζη­σε στόν δι­κό μας α­ώ­να.

Ταυ­τό­χρο­να μως ­ταν ­νας πα­τέ­ρας καί ­δελ­φός, μέ δι­ά­κρι­ση, σύ­νε­ση καί χι­ο­μορ.

­λε­γε ­ψη­λές ­λή­θει­ες μέ πο­λύ ­ξυ­πνο καί χα­ρι­τω­μέ­νο τρό­πο καί ­λε­γε ­πλά πα­ρα­δείγ­μα­τα μέ πολύ βα­θύ πε­ρι­ε­χό­με­νο.

Δέν ­κα­νε ο­τε τόν δά­σκα­λο ο­τε τόν μο­να­χό,

­ν ­ταν καί ­λη­θι­νός δά­σκα­λος καί πραγ­μα­τι­κός μο­να­χός,

­νας ­λη­θι­νός ν­θρω­πος, νθρωπος το Θε­ο, πού δί­δα­σκε μέ τήν προ­σευ­χή,

τήν σι­ω­πή, τό χιουμορ, τήν ­γά­πη, τήν α­το­μεμ­ψί­α καί τήν δι­α­κρι­τι­κή καί ­ξυ­πνη συμβου­λή, χω­ρίς νά προ­σβά­λη κα­νέ­ναν.

­ταν ­πα­να­φέ­ρω στήν μνή­μη μου τήν ­γι­α­σμέ­νη α­τή μορ­φή συ­γκι­νο­μαι, δα­κρύ­ζω καί προ­σεύ­χο­μαι.

Νά ­χου­με τίς ­γι­ες ε­χές του.

Ν.Ι.

 

 

Advertisements

About kosmaser

Η ασθένεια είναι ο..κανόνας ! Η υγεία η εξαίρεση ! Η θεραπεία άθλος..και η ίαση ο τελικός μας σκοπός..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: